σταθμαρχίνα
•
- θηλυκό του σταθμάρχης Βικιλεξικό
- παρωχημένοη σύζυγος ενός σταθμάρχη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταθμαρχίνα < σταθμάρχης + κατάληξη θηλυκού -ίνα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σταθμαρχίνα | σταθμαρχίνες |
| Γενική | σταθμαρχίνας | — |
| Αιτιατική | σταθμαρχίνα | σταθμαρχίνες |
| Κλητική | σταθμαρχίνα | σταθμαρχίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →