στακάτο
•
- μουσικήμουσικός όρος που υποδεικνύει την εκτέλεση των νοτών σε συντομότερο χρόνο απ’ ό,τι αναγράφεται στο πεντάγραμμο και με παύσεις ανάμεσά τους Βικιλεξικό
- ένα «ντο» που ανήκει σε μια μελωδία παιγμένη λεγκάτο, φορτίσιμο, με πολύ βιμπράτο, στην υψηλότερη περιοχή ενός βιολιού, διαφέρει από ένα «ντο» μιας άλλης μελωδίας παιγμένης στακάτο (Μουσικολογία, τομ. 1, εκδ. Οδυσσέας, 1986, σελ. 110)
Ετυμολογία
στακάτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική staccato < staccare < distaccare (χωρίζω, αποσυνδέω) < μέση γαλλική destacher (αποσυνδέω) < παλαιά γαλλικά destachier (αποσυνδέω) < des- + attachier (συνάπτω, συνδέω) < estachier < estache < φραγκικά *stakka (πάσσαλος, παλούκι) < πρωτογερμανική *stakkaz < *stakkô < *(s)teg- (πάσσαλος, παλούκι, ραβδί)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →