σταλίζω
•
- παρωχημένοαναπαύομαι στη σκιά Βικιλεξικό
- παρωχημένοφέρνω το κοπάδι σε σκιά, για να ξεκουραστεί Βικιλεξικό
- παρωχημένοπαραμένω κάπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταλίζω < στάλος + -ίζω < μεσαιωνική ελληνική στάλος / σταλός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σταλίζω | σταλίζεις | σταλίζει | σταλίζουμε | σταλίζετε | σταλίζουν / σταλίζουνε |
| Παρατατικός | στάλιζα | στάλιζες | στάλιζε | σταλίζαμε | σταλίζατε | στάλιζαν / σταλίζαν / σταλίζανε |
| Αόριστος | στάλισα | στάλισες | στάλισε | σταλίσαμε | σταλίσατε | στάλισαν / σταλίσαν / σταλίσανε |
| Μέλλοντας | θα σταλίζω / θα σταλίσω | θα σταλίζεις / θα σταλίσεις | θα σταλίζει / θα σταλίσει | θα σταλίζουμε / θα σταλίσουμε | θα σταλίζετε / θα σταλίσετε | θα σταλίζουν / θα σταλίζουνε / θα σταλίσουν / θα σταλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σταλίσει | έχεις σταλίσει | έχει σταλίσει | έχουμε σταλίσει | έχετε σταλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σταλίσει | είχες σταλίσει | είχε σταλίσει | είχαμε σταλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σταλίσει / να σταλίζω / να σταλίσω | να έχεις σταλίσει / να σταλίζεις / να σταλίσεις | να έχει σταλίσει / να σταλίζει / να σταλίσει | να έχουμε σταλίσει / να σταλίζουμε / να σταλίσουμε | να έχετε σταλίσει / να σταλίζετε / να σταλίσετε | να σταλίζουν / να σταλίζουνε / να σταλίσουν / να σταλίσουνε |
| Προστακτική | — | στάλιζε / στάλισε | — | — | σταλίζετε / σταλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →