σταλακτίτης
•
- σχηματισμός που δημιουργείται σε σπήλαιο με χαμηλή θερμοκρασία και στη διάρκεια εκατομμυρίων ετών από την σταλακτική εναπόθεση διαφόρων στοιχείων (ορυκτών, ασβεστολιθικών κ.λπ.) και με πορεία ανάπτυξης από πάνω προς τα κάτω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταλακτίτης < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική stalactite < (ελληνιστική κοινή) < σταλάζω < αρχαία ελληνική σταλάσσω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σταλακτίτης | σταλακτίτες |
| Γενική | σταλακτίτη | σταλακτιτών |
| Αιτιατική | σταλακτίτη | σταλακτίτες |
| Κλητική | σταλακτίτη | σταλακτίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →