στανικά
•
- με το στανιό, με το ζόρι, χωρίς να το θέλω Βικιλεξικό
- Να μην τα πολυλογώ, είδα κι απόειδα, έκαμα στανικά εκείνο που δεν ήθελα να γίνη με θέλημά μου
- Σου λέω σ'κώθηκα απ' το γιατάκι και πήγα στο χωράφι και ξεβοτάνισα. Αλλά το 'κανα αράθυμος και βαρύς, ανόρεχτος, σα σκλάβος που τον έριξαν στανικά σε καταναγκασμό.
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →