Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στανικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται με το στανιό, εξαναγκαστικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στανικός < στανιό + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστανικόςστανικήστανικό
Γενικήστανικούστανικήςστανικού
Αιτιατικήστανικόστανικήστανικό
Κλητικήστανικέστανικήστανικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστανικοίστανικέςστανικά
Γενικήστανικώνστανικώνστανικών
Αιτιατικήστανικούςστανικέςστανικά
Κλητικήστανικοίστανικέςστανικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →