σταντ
•
- προφορικόκατασκευή για τοποθέτηση ποικίλων αντικειμένων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταντ < αγγλική stand < αγγλοσαξονική standan < πρωτογερμανική *standaną < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *steh₂-
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →