σταρ
•
- διάσημος καλλιτέχνης, αθλητής κ.λπ. Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: αστέρας, αστέρι
- νικήτρια διαγωνισμού ομορφιάς Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο επίκεντρο της προσοχής μιας παρέας ή ομάδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταρ < αγγλική star < μέση αγγλική sterre < αγγλοσαξονική steorra < πρωτογερμανική *sternô / *sternǭ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂stḗr (ἀστήρ)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →