Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταρ

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. διάσημος καλλιτέχνης, αθλητής κ.λπ. Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: αστέρας, αστέρι
  2. νικήτρια διαγωνισμού ομορφιάς Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασητο επίκεντρο της προσοχής μιας παρέας ή ομάδας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σταρ < αγγλική star < μέση αγγλική sterre < αγγλοσαξονική steorra < πρωτογερμανική *sternô / *sternǭ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂stḗr (ἀστήρ)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →