σταριλίκι
•
- μειωτικόη ιδιότητα και η συμπεριφορά του σταρ Βικιλεξικό
- δημώδεςτο να είναι κάποιος σταρ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταριλίκι < σταρ + -ιλίκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σταριλίκι | σταριλίκια |
| Γενική | σταριλικιού | σταριλικιών |
| Αιτιατική | σταριλίκι | σταριλίκια |
| Κλητική | σταριλίκι | σταριλίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →