στασίδι
•
- θρησκείαξύλινο κάθισμα στον τοίχο ορθόδοξης εκκλησίας, με σπαστό ξύλο καθίσματος που κλείνει και με μπράτσα σε ψηλότερο σημείο για τη στήριξη όρθιου ανθρώπου· διαφορετικά είναι τα στασίδια σε εκκλησίες άλλων δογμάτων ή σε συναγωγές Βικιλεξικό
- Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο‑Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η χολεριασμένη, 1915)
Ετυμολογία
στασίδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στασίδι (τύπος του στασίδιν, στασίδιον) < αρχαία ελληνική στάσ(ις) + υποκοριστικό επίθημα -ίδιον > -ίδιν > -ίδι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στασίδι | στασίδια |
| Γενική | στασιδιού | στασιδιών |
| Αιτιατική | στασίδι | στασίδια |
| Κλητική | στασίδι | στασίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →