στασιάζω
•
- κηρύσσω Βικιλεξικό
- κάνω ανταρσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στασιάζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στασιάζω | στασιάζεις | στασιάζει | στασιάζουμε | στασιάζετε | στασιάζουν / στασιάζουνε |
| Παρατατικός | στασίαζα | στασίαζες | στασίαζε | στασιάζαμε | στασιάζατε | στασίαζαν / στασιάζαν / στασιάζανε |
| Αόριστος | στασίασα | στασίασες | στασίασε | στασιάσαμε | στασιάσατε | στασίασαν / στασιάσαν / στασιάσανε |
| Μέλλοντας | θα στασιάζω / θα στασιάσω | θα στασιάζεις / θα στασιάσεις | θα στασιάζει / θα στασιάσει | θα στασιάζουμε / θα στασιάσουμε | θα στασιάζετε / θα στασιάσετε | θα στασιάζουν / θα στασιάζουνε / θα στασιάσουν / θα στασιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στασιάσει | έχεις στασιάσει | έχει στασιάσει | έχουμε στασιάσει | έχετε στασιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στασιάσει | είχες στασιάσει | είχε στασιάσει | είχαμε στασιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στασιάσει / να στασιάζω / να στασιάσω | να έχεις στασιάσει / να στασιάζεις / να στασιάσεις | να έχει στασιάσει / να στασιάζει / να στασιάσει | να έχουμε στασιάσει / να στασιάζουμε / να στασιάσουμε | να έχετε στασιάσει / να στασιάζετε / να στασιάσετε | να στασιάζουν / να στασιάζουνε / να στασιάσουν / να στασιάσουνε |
| Προστακτική | — | στασίαζε / στασίασε | — | — | στασιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
στασιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →