στασιμότητα
•
- το να είναι κανείς στάσιμος, η απουσία κίνησης, αλλαγής, εξέλιξης ή προόδου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στασιμότητα < στάσιμος < στάσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στασιμότητα | στασιμότητες |
| Γενική | στασιμότητας | στασιμοτήτων |
| Αιτιατική | στασιμότητα | στασιμότητες |
| Κλητική | στασιμότητα | στασιμότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →