στατήρας
•
- στην αρχαιότητανόμισμα που ισοδυναμούσε με 2 ή 4 δραχμές Βικιλεξικό
- στην αρχαιότηταβάρος 8 έως 12 γραμμαρίων, ανάλογα με την περιοχή Βικιλεξικό
- στην αρχαιότηταάλλη μορφή: στατέρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στατήρας < αρχαία ελληνική στατήρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στατήρας | στατήρες |
| Γενική | στατήρα | στατήρων |
| Αιτιατική | στατήρα | στατήρες |
| Κλητική | στατήρα | στατήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →