στατική
•
- φυσικήεπιστημονικός κλάδος της μηχανικής που ασχολείται με τη στατικότητα κτηρίων, κατασκευών και μηχανικών διατάξεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στατική < λόγιο ενδογενές δάνειο: λόγιο δάνειο από τη γαλλική statique (διαφορετικό από το αρχαιοελληνικό στατική (η τέχνη του ζυγίσματος))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στατική | στατικές |
| Γενική | στατικής | στατικών |
| Αιτιατική | στατική | στατικές |
| Κλητική | στατική | στατικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →