Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταυραδελφή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοθηλυκό του σταυραδελφός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σταυραδελφή < σταυρ- + αδελφή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσταυραδελφήσταυραδελφές
Γενικήσταυραδελφήςσταυραδελφών
Αιτιατικήσταυραδελφήσταυραδελφές
Κλητικήσταυραδελφήσταυραδελφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →