σταυραετός
•
- πτηνόείδος αετού Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: σταυραϊτός
- προσφώνησητιμητική προσφώνηση προς εκδήλωση θαυμασμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταυραετός < σταυρ- + αετός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σταυραετός | σταυραετοί |
| Γενική | σταυραετού | σταυραετών |
| Αιτιατική | σταυραετό | σταυραετούς |
| Κλητική | σταυραετέ | σταυραετοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →