Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταυρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το σταυρό Βικιλεξικό
    • Περί του σταυρικού θανάτου του Χριστού (Πλάτων, Μητροπολίτης Μόσχας (Πλάτων Λέβσιν), μετάφραση από τον Αδαμάντιο Κοραή, Πλάτωνος μητροπολίτου Μόσχας Ορθόδοξος διδασκαλία : ήτοι σύνοψις της χριστιανικής θεολογίας, εκδ. Α. Κορομηλάς, έκδοση 1836, σελ. 110 https://books.google.gr/books?id=mkZAAAAAcAAJ&dq=%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82&pg=PA110#v=onepage&q=%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82&f=false)
    • Ὁ πολιτικός γάμος μπορεῖ νὰ τίθεται ὡς ἀναγκαστικὴ προϋπόθεση —κοινωνικὴ ἢ ἠθική— σὲ κάθε συζυγικὴ συμβίωση, ὄχι ὅμως καὶ τὸ μυστήριο τοῦ Γάμου. Τό μυστήριο προσφέρεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μόνο σέ ὅσους θέλουν νά ζήσουν τή μεταμόρφωση τῆς φυσικῆς ἐρωτικῆς σχέσης σέ σταυρική ἄσκηση ἐλευθερίας καί ἀγαπητικῆς αὐταπάρνησης σέ γεγονός μετοχῆς στήν ἔσχατη ἀλήθεια τῆς «ὄντως ζωῆς». (Χρήστος Γιανναράς, Η ελευθερία του ήθους, εκδόσεις Ίκαρος, 2002)
  2. που έχει σχήμα σταυρού Βικιλεξικό
    • Η εγγεγραμμένη σταυρική βασιλική των Γεράσων (Αναστάσιος Ορλάνδος, Η ξυλόστεγος παλαιοχριστιανική βασιλική, 1952, σελ. 188)

Ετυμολογία

σταυρικός < (ελληνιστική κοινή) < σταυρ- + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσταυρικόςσταυρικήσταυρικό
Γενικήσταυρικούσταυρικήςσταυρικού
Αιτιατικήσταυρικόσταυρικήσταυρικό
Κλητικήσταυρικέσταυρικήσταυρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσταυρικοίσταυρικέςσταυρικά
Γενικήσταυρικώνσταυρικώνσταυρικών
Αιτιατικήσταυρικούςσταυρικέςσταυρικά
Κλητικήσταυρικοίσταυρικέςσταυρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →