σταυροβελονιά
•
- τρόπος κεντήματος σύμφωνα με το οποίο η κλωστή περνιέται σταυρωτά και σχηματίζει το γράμμα «Χ» Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο εργόχειρο που δημιουργείται με σταυροβελονιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταυροβελονιά < σταυρο- + βελονιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σταυροβελονιά | σταυροβελονιές |
| Γενική | σταυροβελονιάς | σταυροβελονιών |
| Αιτιατική | σταυροβελονιά | σταυροβελονιές |
| Κλητική | σταυροβελονιά | σταυροβελονιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →