σταυροδρόμι
•
- το σημείο στο οποίο διασταυρώνονται δύο δρόμοι Βικιλεξικό
- το σημείο στο οποίο συναντιούνται δύο ρεύματα, τάσεις, πολιτισμοί κλπ Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο κρίσιμο σημείο μιας πορείας, εκεί που κάποιος πρέπει να αποφασίσει ποια πορεία θα ακολουθήσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταυροδρόμι < σταυρο- + δρόμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σταυροδρόμι | σταυροδρόμια |
| Γενική | σταυροδρομιού | σταυροδρομιών |
| Αιτιατική | σταυροδρόμι | σταυροδρόμια |
| Κλητική | σταυροδρόμι | σταυροδρόμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →