σταυροκόπημα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σταυροκοπιέμαι Βικιλεξικό
- Έχουμε Θρησκεία. Κεράκια, εικόνες, λιβανίσματα, σταυροκοπήματα, μετανίσματα απλά, μετανίσματα με ουρά. Δογματισμός, στείρωση πνευματική, αναχρονισμός, μεγαλορημοσύνη, διδασκαλία «απ'άμβωνος», υποκρισία (καμιά φορά). Παπαδισμός. (εφημ. Ταχυδρόμος, αρ. φύλλου 1846, Μυτιλήνη, 19//1/1931 http://dspace.cplm.gr/bitstream/handle/123456789/20995/19-11-1931.pdf?sequence=1)
Ετυμολογία
σταυροκόπημα < σταυροκοπιέμαι + -ημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σταυροκόπημα | σταυροκοπήματα |
| Γενική | σταυροκοπήματος | σταυροκοπημάτων |
| Αιτιατική | σταυροκόπημα | σταυροκοπήματα |
| Κλητική | σταυροκόπημα | σταυροκοπήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →