σταυροπάτης
•
- παρωχημένοασεβής, δυσσεβής (που πατά τον σταυρό) Βικιλεξικό
- μεταφορικάκλέφτης, ζωοκλέφτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταυροπάτης < μεσαιωνική ελληνική σταυροπάτης < αρχαία ελληνική σταυρός + πατέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σταυροπάτης | σταυροπάτες |
| Γενική | σταυροπάτη | σταυροπατών |
| Αιτιατική | σταυροπάτη | σταυροπάτες |
| Κλητική | σταυροπάτη | σταυροπάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →