Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταυρόνημα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τεχνολογίαόργανο σκόπευσης με σταυροειδή διάταξη νημάτων, ή απεικόνιση όμοιας διάταξης σε προσοφθάλμιους φακούς οπτικών οργάνων (όπως σε τηλεσκόπιο, διόπτρα, περισκόπιο κ.λ.π.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σταυρόνημα < (σταυρός) σταυρό- + νήμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσταυρόνημασταυρονήματα
Γενικήσταυρονήματοςσταυρονημάτων
Αιτιατικήσταυρόνημασταυρονήματα
Κλητικήσταυρόνημασταυρονήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →