σταυρόνημα
•
- τεχνολογίαόργανο σκόπευσης με σταυροειδή διάταξη νημάτων, ή απεικόνιση όμοιας διάταξης σε προσοφθάλμιους φακούς οπτικών οργάνων (όπως σε τηλεσκόπιο, διόπτρα, περισκόπιο κ.λ.π.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταυρόνημα < (σταυρός) σταυρό- + νήμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σταυρόνημα | σταυρονήματα |
| Γενική | σταυρονήματος | σταυρονημάτων |
| Αιτιατική | σταυρόνημα | σταυρονήματα |
| Κλητική | σταυρόνημα | σταυρονήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →