Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταυρότυπος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι σταυρόσχημος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σταυρότυπος < ελληνιστική κοινή σταυρότυπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσταυρότυποςσταυρότυπησταυρότυπο
Γενικήσταυρότυπουσταυρότυπηςσταυρότυπου
Αιτιατικήσταυρότυποσταυρότυπησταυρότυπο
Κλητικήσταυρότυπεσταυρότυπησταυρότυπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσταυρότυποισταυρότυπεςσταυρότυπα
Γενικήσταυρότυπωνσταυρότυπωνσταυρότυπων
Αιτιατικήσταυρότυπουςσταυρότυπεςσταυρότυπα
Κλητικήσταυρότυποισταυρότυπεςσταυρότυπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →