Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταυρώνω

ρήμα
•
  1. δένω ή καρφώνω κάποιον πάνω σε σταυρό μέχρι να πεθάνει Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάβασανίζω κάποιον, τον κάνω να υποφέρει Βικιλεξικό
    • με σταύρωσε τόση ώρα με την πολυλογία του
  3. σχηματίζω το σημείο του σταυρού ως ευλογία ή αποτρεπτικό του κακού Βικιλεξικό
    • Ὡπλισμένος ὡς στρατιώτης ἱερούργει εἰς τό κατά τά Τρίκορφα ἐκκλησίδιον τοῦ Ἁγίου Βλασσίου, καί ὡς δικηροτρίκηρα εἶχε τά πιστόλια, δι' ὧν ηὐλόγει καί ἐσταύρωνε τούς στρατιώτας (Αναστάσιος Γούδας, Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, 1870 σελ. νδ΄, αναφορά σε: Αρκαδία, εφημερίς Τριπόλεως, αρ. 504, τῇ 13 Σεπτεμβρίου 1869)
    • σταύρωσε τον νεαρό μπροστά από το καλογυμνασμένο στήθος του και τον έφτυσε πατόκορφα. «Φτού σου, αγόρι, φτου να μη σε βασκάνω». «Να 'στε καλά» είπε ο νεαρός. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
  4. τοποθετώ δύο αντικείμενα το ένα πάνω στο άλλο και χιαστί Βικιλεξικό
    • (μεταφορικά) σταυρώνω τα χέρια - κρατάω παθητική στάση, μένω αδρανής και δεν παίρνω πρωτοβουλία ούτε αντιδρώ
  5. διασταυρώνομαι με Βικιλεξικό
    • Ακριτικό τραγούδι από τη Δ. Μακεδονία, ※ ebooks.edu.gr Νέα Ελληνικά Β' ΕΠΑ.Λ. Γενικής Παιδείας, ημερομηνία ανάκτησης: 24-12-2024

Ετυμολογία

σταυρώνω < σταυρός + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσταυρώνωσταυρώνειςσταυρώνεισταυρώνουμεσταυρώνετεσταυρώνουν / σταυρώνουνε
Παρατατικόςσταύρωνασταύρωνεςσταύρωνεσταυρώναμεσταυρώνατεσταυρώναν / σταυρώνανε / σταύρωναν
Αόριστοςσταύρωσασταύρωσεςσταύρωσεσταυρώσαμεσταυρώσατεσταυρώσαν / σταυρώσανε / σταύρωσαν
Μέλλονταςθα σταυρώνω / θα σταυρώσωθα σταυρώνεις / θα σταυρώσειςθα σταυρώνει / θα σταυρώσειθα σταυρώνουμε / θα σταυρώσουμεθα σταυρώνετε / θα σταυρώσετεθα σταυρώνουν / θα σταυρώνουνε / θα σταυρώσουν / θα σταυρώσουνε
Παρακείμενοςέχω σταυρώσειέχεις σταυρώσειέχει σταυρώσειέχουμε σταυρώσειέχετε σταυρώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα σταυρώσειείχες σταυρώσειείχε σταυρώσειείχαμε σταυρώσει——
Υποτακτικήνα έχω σταυρώσει / να σταυρώνω / να σταυρώσωνα έχεις σταυρώσει / να σταυρώνεις / να σταυρώσειςνα έχει σταυρώσει / να σταυρώνει / να σταυρώσεινα έχουμε σταυρώσει / να σταυρώνουμε / να σταυρώσουμενα έχετε σταυρώσει / να σταυρώνετε / να σταυρώσετενα σταυρώνουν / να σταυρώνουνε / να σταυρώσουν / να σταυρώσουνε
Προστακτική—σταύρωνε / σταύρωσε——σταυρώνετε / σταυρώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →