σταυρώνω
•
- δένω ή καρφώνω κάποιον πάνω σε σταυρό μέχρι να πεθάνει Βικιλεξικό
- μεταφορικάβασανίζω κάποιον, τον κάνω να υποφέρει Βικιλεξικό
- με σταύρωσε τόση ώρα με την πολυλογία του
- σχηματίζω το σημείο του σταυρού ως ευλογία ή αποτρεπτικό του κακού Βικιλεξικό
- Ὡπλισμένος ὡς στρατιώτης ἱερούργει εἰς τό κατά τά Τρίκορφα ἐκκλησίδιον τοῦ Ἁγίου Βλασσίου, καί ὡς δικηροτρίκηρα εἶχε τά πιστόλια, δι' ὧν ηὐλόγει καί ἐσταύρωνε τούς στρατιώτας (Αναστάσιος Γούδας, Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, 1870 σελ. νδ΄, αναφορά σε: Αρκαδία, εφημερίς Τριπόλεως, αρ. 504, τῇ 13 Σεπτεμβρίου 1869)
- σταύρωσε τον νεαρό μπροστά από το καλογυμνασμένο στήθος του και τον έφτυσε πατόκορφα. «Φτού σου, αγόρι, φτου να μη σε βασκάνω». «Να 'στε καλά» είπε ο νεαρός. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- τοποθετώ δύο αντικείμενα το ένα πάνω στο άλλο και χιαστί Βικιλεξικό
- (μεταφορικά) σταυρώνω τα χέρια - κρατάω παθητική στάση, μένω αδρανής και δεν παίρνω πρωτοβουλία ούτε αντιδρώ
- διασταυρώνομαι με Βικιλεξικό
- Ακριτικό τραγούδι από τη Δ. Μακεδονία, ※ ebooks.edu.gr Νέα Ελληνικά Β' ΕΠΑ.Λ. Γενικής Παιδείας, ημερομηνία ανάκτησης: 24-12-2024
Ετυμολογία
σταυρώνω < σταυρός + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σταυρώνω | σταυρώνεις | σταυρώνει | σταυρώνουμε | σταυρώνετε | σταυρώνουν / σταυρώνουνε |
| Παρατατικός | σταύρωνα | σταύρωνες | σταύρωνε | σταυρώναμε | σταυρώνατε | σταυρώναν / σταυρώνανε / σταύρωναν |
| Αόριστος | σταύρωσα | σταύρωσες | σταύρωσε | σταυρώσαμε | σταυρώσατε | σταυρώσαν / σταυρώσανε / σταύρωσαν |
| Μέλλοντας | θα σταυρώνω / θα σταυρώσω | θα σταυρώνεις / θα σταυρώσεις | θα σταυρώνει / θα σταυρώσει | θα σταυρώνουμε / θα σταυρώσουμε | θα σταυρώνετε / θα σταυρώσετε | θα σταυρώνουν / θα σταυρώνουνε / θα σταυρώσουν / θα σταυρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σταυρώσει | έχεις σταυρώσει | έχει σταυρώσει | έχουμε σταυρώσει | έχετε σταυρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σταυρώσει | είχες σταυρώσει | είχε σταυρώσει | είχαμε σταυρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σταυρώσει / να σταυρώνω / να σταυρώσω | να έχεις σταυρώσει / να σταυρώνεις / να σταυρώσεις | να έχει σταυρώσει / να σταυρώνει / να σταυρώσει | να έχουμε σταυρώσει / να σταυρώνουμε / να σταυρώσουμε | να έχετε σταυρώσει / να σταυρώνετε / να σταυρώσετε | να σταυρώνουν / να σταυρώνουνε / να σταυρώσουν / να σταυρώσουνε |
| Προστακτική | — | σταύρωνε / σταύρωσε | — | — | σταυρώνετε / σταυρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →