Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταυρώσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη σταύρωση του Χριστού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σταυρώσιμος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσταυρώσιμοςσταυρώσιμησταυρώσιμο
Γενικήσταυρώσιμουσταυρώσιμηςσταυρώσιμου
Αιτιατικήσταυρώσιμοσταυρώσιμησταυρώσιμο
Κλητικήσταυρώσιμεσταυρώσιμησταυρώσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσταυρώσιμοισταυρώσιμεςσταυρώσιμα
Γενικήσταυρώσιμωνσταυρώσιμωνσταυρώσιμων
Αιτιατικήσταυρώσιμουςσταυρώσιμεςσταυρώσιμα
Κλητικήσταυρώσιμοισταυρώσιμεςσταυρώσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →