σταφνίζω
•
- λαϊκότροποαλφαδιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταφνίζω < στάφνη + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σταφνίζω | σταφνίζεις | σταφνίζει | σταφνίζουμε | σταφνίζετε | σταφνίζουν / σταφνίζουνε |
| Παρατατικός | στάφνιζα | στάφνιζες | στάφνιζε | σταφνίζαμε | σταφνίζατε | στάφνιζαν / σταφνίζαν / σταφνίζανε |
| Αόριστος | στάφνισα | στάφνισες | στάφνισε | σταφνίσαμε | σταφνίσατε | στάφνισαν / σταφνίσαν / σταφνίσανε |
| Μέλλοντας | θα σταφνίζω / θα σταφνίσω | θα σταφνίζεις / θα σταφνίσεις | θα σταφνίζει / θα σταφνίσει | θα σταφνίζουμε / θα σταφνίσουμε | θα σταφνίζετε / θα σταφνίσετε | θα σταφνίζουν / θα σταφνίζουνε / θα σταφνίσουν / θα σταφνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σταφνίσει | έχεις σταφνίσει | έχει σταφνίσει | έχουμε σταφνίσει | έχετε σταφνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σταφνίσει | είχες σταφνίσει | είχε σταφνίσει | είχαμε σταφνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σταφνίσει / να σταφνίζω / να σταφνίσω | να έχεις σταφνίσει / να σταφνίζεις / να σταφνίσεις | να έχει σταφνίσει / να σταφνίζει / να σταφνίσει | να έχουμε σταφνίσει / να σταφνίζουμε / να σταφνίσουμε | να έχετε σταφνίσει / να σταφνίζετε / να σταφνίσετε | να σταφνίζουν / να σταφνίζουνε / να σταφνίσουν / να σταφνίσουνε |
| Προστακτική | — | στάφνιζε / στάφνισε | — | — | σταφνίζετε / σταφνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →