Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταφυλικός

/sta.fi.liˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το σταφύλι Βικιλεξικό
    • σταφυλική παραγωγή (η παραγωγή σταφυλιών)
  2. φωνητικήπου προφέρεται με τη σταφυλή Βικιλεξικό
    • το γαλλικό ⟨r⟩ είναι σταφυλικό παλλόμενο σύμφωνο που προφέρεται [ʁ] ( ^(ο ήχος του [ʁ] (βοήθεια·αρχείο)))
    • στα ελληνικά, δεν έχουμε σταφυλικά σύμφωνα
    • uvular consonant στην αγγλική Βικιπαίδεια
  3. χημείαπου αφορά χημικές ουσίες που παράγονται κατά τη διαδικασία της οινοποίησης Βικιλεξικό
    • σταφυλικό οξύ, σταφυλική αλκοόλη

Ετυμολογία

σταφυλικός < σταφύλ(ι) (αρχαία ελληνική σταφυλή) + -ικός :* για τον όρο της χημείας < σταφύλ(ι) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική racémique < λατινική racēmus (τσαμπί σταφυλιού) :* για τον όρο της φωνητικής < σταφυλ(ή) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική uvulaire < λατινική ūvula, υποκοριστικό του λατινική ūva (σταφύλι)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσταφυλικόςσταφυλικήσταφυλικό
Γενικήσταφυλικούσταφυλικήςσταφυλικού
Αιτιατικήσταφυλικόσταφυλικήσταφυλικό
Κλητικήσταφυλικέσταφυλικήσταφυλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσταφυλικοίσταφυλικέςσταφυλικά
Γενικήσταφυλικώνσταφυλικώνσταφυλικών
Αιτιατικήσταφυλικούςσταφυλικέςσταφυλικά
Κλητικήσταφυλικοίσταφυλικέςσταφυλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →