σταφυλικός
•
- σχετικός με το σταφύλι Βικιλεξικό
- σταφυλική παραγωγή (η παραγωγή σταφυλιών)
- φωνητικήπου προφέρεται με τη σταφυλή Βικιλεξικό
- το γαλλικό ⟨r⟩ είναι σταφυλικό παλλόμενο σύμφωνο που προφέρεται [ʁ] ( ^(ο ήχος του [ʁ] (βοήθεια·αρχείο)))
- στα ελληνικά, δεν έχουμε σταφυλικά σύμφωνα
- uvular consonant στην αγγλική Βικιπαίδεια
- χημείαπου αφορά χημικές ουσίες που παράγονται κατά τη διαδικασία της οινοποίησης Βικιλεξικό
- σταφυλικό οξύ, σταφυλική αλκοόλη
Ετυμολογία
σταφυλικός < σταφύλ(ι) (αρχαία ελληνική σταφυλή) + -ικός :* για τον όρο της χημείας < σταφύλ(ι) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική racémique < λατινική racēmus (τσαμπί σταφυλιού) :* για τον όρο της φωνητικής < σταφυλ(ή) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική uvulaire < λατινική ūvula, υποκοριστικό του λατινική ūva (σταφύλι)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σταφυλικός | σταφυλική | σταφυλικό |
| Γενική | σταφυλικού | σταφυλικής | σταφυλικού |
| Αιτιατική | σταφυλικό | σταφυλική | σταφυλικό |
| Κλητική | σταφυλικέ | σταφυλική | σταφυλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σταφυλικοί | σταφυλικές | σταφυλικά |
| Γενική | σταφυλικών | σταφυλικών | σταφυλικών |
| Αιτιατική | σταφυλικούς | σταφυλικές | σταφυλικά |
| Κλητική | σταφυλικοί | σταφυλικές | σταφυλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →