σταχομαζώχτρα
•
- αυτή που μαζεύει τα στάχυα που έχουν απομείνει σε έναν ήδη θερισμένο αγρό Βικιλεξικό
- Η Σταχομαζώχτρα: τίτλος διηγήματος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
- Οι περιπέτειες, η αγωνία και ο αγώνας επιβίωσης που δίνει η θεια-Αχτίτσα, η σταχομαζώχτρα του Παπαδιαμάντη, για να μεγαλώσει τα δύο ορφανά εγγόνια της είναι μεν μια πικρή χριστουγεννιάτικη ιστορία με αίσιο τέλος, γραμμένη κάπου μεταξύ 19ου και 20ού αιώνα, αλλά με μια δεύτερη ματιά μπορεί κανείς να αναγνωρίσει κοινά στοιχεία με την τρέχουσα δεινή θέση της Ελλάδας. (* εφημερίδα Το Βήμα)
Ετυμολογία
σταχομαζώχτρα < στάχυ + μαζώχτρα (< μαζώχνω, μαζεύω + -τρα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σταχομαζώχτρα | σταχομαζώχτρες |
| Γενική | σταχομαζώχτρας | — |
| Αιτιατική | σταχομαζώχτρα | σταχομαζώχτρες |
| Κλητική | σταχομαζώχτρα | σταχομαζώχτρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →