Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταχτί

/staˈxti/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το χρώμα της στάχτης Βικιλεξικό
    • σταχτί (χρώμα):
    • Ήταν πολύ ψηλοί και εντυπωσιακά καλλίγραμμοι - ευρύστερνοι και μπρατσωμένοι οι άντρες, με μέση δαχτυλίδι και στήθος που θα τρύπαγε, λες, τα κουρέλια τους οι γυναίκες. Το χρώμα του δέρματός τους σε απωθούσε μοναχά - ένα δυσοίωνο σταχτί, όπως εκείνο που παίρνει ο άνθρωπος αφού πεθάνει ...
    • τα μάτια του Νίκου κύτταζαν τη σειρά κουμπάκια, τόνα κοντά στάλλο, πούχε μπροστά το σταχτί πολκάκι της Λιόλιας, που της ήτονε μικρό και την έκοβε φοβερά στις αμασχάλες: στην κάθε της αναπνοή τα κουμπάκια σπαράζανε μέσα στις κουμπότρυπές τους, σάμπως τα στηθάκια της τάγουρα να ωρίμαζαν εκεί μπροστά στα μάτια του και να γυρεύανε να κάμουνε φτερά να πετάξουν (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Β, 1911)

Ετυμολογία

σταχτί < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου σταχτής

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σταχτί

/staˈxti/επίθετο
•
  1. άκλιτος τύπος του σταχτής για όλα τα γένη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σταχτί < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου σταχτής

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →