σταχτιάζω
•
- λαϊκότροπογίνομαι στάχτη Βικιλεξικό
- βοτανικήνοσώ από ερυσίβη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταχτιάζω < μεσαιωνική ελληνική σταχτιάζω / στακτίζω < στάκτη < αρχαία ελληνική στακτός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σταχτιάζω | σταχτιάζεις | σταχτιάζει | σταχτιάζουμε | σταχτιάζετε | σταχτιάζουν / σταχτιάζουνε |
| Παρατατικός | στάχτιαζα | στάχτιαζες | στάχτιαζε | σταχτιάζαμε | σταχτιάζατε | στάχτιαζαν / σταχτιάζαν / σταχτιάζανε |
| Αόριστος | στάχτιασα | στάχτιασες | στάχτιασε | σταχτιάσαμε | σταχτιάσατε | στάχτιασαν / σταχτιάσαν / σταχτιάσανε |
| Μέλλοντας | θα σταχτιάζω / θα σταχτιάσω | θα σταχτιάζεις / θα σταχτιάσεις | θα σταχτιάζει / θα σταχτιάσει | θα σταχτιάζουμε / θα σταχτιάσουμε | θα σταχτιάζετε / θα σταχτιάσετε | θα σταχτιάζουν / θα σταχτιάζουνε / θα σταχτιάσουν / θα σταχτιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σταχτιάσει | έχεις σταχτιάσει | έχει σταχτιάσει | έχουμε σταχτιάσει | έχετε σταχτιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σταχτιάσει | είχες σταχτιάσει | είχε σταχτιάσει | είχαμε σταχτιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σταχτιάσει / να σταχτιάζω / να σταχτιάσω | να έχεις σταχτιάσει / να σταχτιάζεις / να σταχτιάσεις | να έχει σταχτιάσει / να σταχτιάζει / να σταχτιάσει | να έχουμε σταχτιάσει / να σταχτιάζουμε / να σταχτιάσουμε | να έχετε σταχτιάσει / να σταχτιάζετε / να σταχτιάσετε | να σταχτιάζουν / να σταχτιάζουνε / να σταχτιάσουν / να σταχτιάσουνε |
| Προστακτική | — | στάχτιαζε / στάχτιασε | — | — | σταχτιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σταχτιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →