στείρα
•
- θηλυκό του στείρος Βικιλεξικό
- παρωχημένοβελέντζα που δεν έχει φλόκια ή της λείπει πυκνό πέλος Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςη πρωραία προέκταση της τρόπιδας που ανορθώνεται μέχρι το ανώτερο σημείο της πλώρης πλοίου, σκάφους ή λέμβου Βικιλεξικό
- Η στείρα (ξύλινη ή μεταλλική δοκός) λαμβάνει την κλίση ανάλογα του τύπου της πλώρης του σκάφους, αποτελεί δε την ακμή της σύνδεσης των παρειών του σκάφους.
- είδος ψαριού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στείρα < αρχαία ελληνική στεῖρα, θηλυκό του στεῖρος # στείρα < αρχαία ελληνική στεῖρα < στερεός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στείρα | στείρες |
| Γενική | στείρας | στείρων |
| Αιτιατική | στείρα | στείρες |
| Κλητική | στείρα | στείρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →