στεατοπυγικός
•
- που έχει σχέση με την στεατοπυγία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στεατοπυγικός < στεατοπυγία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στεατοπυγικός | στεατοπυγική | στεατοπυγικό |
| Γενική | στεατοπυγικού | στεατοπυγικής | στεατοπυγικού |
| Αιτιατική | στεατοπυγικό | στεατοπυγική | στεατοπυγικό |
| Κλητική | στεατοπυγικέ | στεατοπυγική | στεατοπυγικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στεατοπυγικοί | στεατοπυγικές | στεατοπυγικά |
| Γενική | στεατοπυγικών | στεατοπυγικών | στεατοπυγικών |
| Αιτιατική | στεατοπυγικούς | στεατοπυγικές | στεατοπυγικά |
| Κλητική | στεατοπυγικοί | στεατοπυγικές | στεατοπυγικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →