Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στεατοπυγικός

/ste.a.to.pi.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την στεατοπυγία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στεατοπυγικός < στεατοπυγία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστεατοπυγικόςστεατοπυγικήστεατοπυγικό
Γενικήστεατοπυγικούστεατοπυγικήςστεατοπυγικού
Αιτιατικήστεατοπυγικόστεατοπυγικήστεατοπυγικό
Κλητικήστεατοπυγικέστεατοπυγικήστεατοπυγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστεατοπυγικοίστεατοπυγικέςστεατοπυγικά
Γενικήστεατοπυγικώνστεατοπυγικώνστεατοπυγικών
Αιτιατικήστεατοπυγικούςστεατοπυγικέςστεατοπυγικά
Κλητικήστεατοπυγικοίστεατοπυγικέςστεατοπυγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →