Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στεγανοποιούμαι

ρήμα
•
  1. καθίσταμαι στεγανός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στεγανοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος στεγανοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστεγανοποιούμαιστεγανοποιείσαιστεγανοποιείταιστεγανοποιούμαστεστεγανοποιείστεστεγανοποιούνται
Παρατατικόςστεγανοποιούμουνστεγανοποιούσουνστεγανοποιούντανστεγανοποιούμασταν / στεγανοποιούμαστεστεγανοποιούσασταν / στεγανοποιούσαστεστεγανοποιούνταν
Αόριστοςστεγανοποιήθηκαστεγανοποιήθηκεςστεγανοποιήθηκεστεγανοποιηθήκαμεστεγανοποιηθήκατεστεγανοποιήθηκαν / στεγανοποιηθήκαν / στεγανοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα στεγανοποιηθώ / θα στεγανοποιούμαιθα στεγανοποιείσαι / θα στεγανοποιηθείςθα στεγανοποιείται / θα στεγανοποιηθείθα στεγανοποιηθούμε / θα στεγανοποιούμαστεθα στεγανοποιείστε / θα στεγανοποιηθείτεθα στεγανοποιηθούν / θα στεγανοποιηθούνε / θα στεγανοποιούνται
Παρακείμενοςέχω στεγανοποιηθείέχεις στεγανοποιηθείέχει στεγανοποιηθείέχουμε στεγανοποιηθείέχετε στεγανοποιηθείέχουν στεγανοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα στεγανοποιηθείείχες στεγανοποιηθείείχε στεγανοποιηθείείχαμε στεγανοποιηθείείχατε στεγανοποιηθείείχαν στεγανοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω στεγανοποιηθεί / να στεγανοποιηθώ / να στεγανοποιούμαινα έχεις στεγανοποιηθεί / να στεγανοποιείσαι / να στεγανοποιηθείςνα έχει στεγανοποιηθεί / να στεγανοποιείται / να στεγανοποιηθείνα έχουμε στεγανοποιηθεί / να στεγανοποιηθούμε / να στεγανοποιούμαστενα έχετε στεγανοποιηθεί / να στεγανοποιείστε / να στεγανοποιηθείτενα έχουν στεγανοποιηθεί / να στεγανοποιηθούν / να στεγανοποιηθούνε / να στεγανοποιούνται
Προστακτική—στεγανοποιήσου——στεγανοποιείστε / στεγανοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →