στεγανοποιούμαι
•
- καθίσταμαι στεγανός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στεγανοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος στεγανοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στεγανοποιούμαι | στεγανοποιείσαι | στεγανοποιείται | στεγανοποιούμαστε | στεγανοποιείστε | στεγανοποιούνται |
| Παρατατικός | στεγανοποιούμουν | στεγανοποιούσουν | στεγανοποιούνταν | στεγανοποιούμασταν / στεγανοποιούμαστε | στεγανοποιούσασταν / στεγανοποιούσαστε | στεγανοποιούνταν |
| Αόριστος | στεγανοποιήθηκα | στεγανοποιήθηκες | στεγανοποιήθηκε | στεγανοποιηθήκαμε | στεγανοποιηθήκατε | στεγανοποιήθηκαν / στεγανοποιηθήκαν / στεγανοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα στεγανοποιηθώ / θα στεγανοποιούμαι | θα στεγανοποιείσαι / θα στεγανοποιηθείς | θα στεγανοποιείται / θα στεγανοποιηθεί | θα στεγανοποιηθούμε / θα στεγανοποιούμαστε | θα στεγανοποιείστε / θα στεγανοποιηθείτε | θα στεγανοποιηθούν / θα στεγανοποιηθούνε / θα στεγανοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω στεγανοποιηθεί | έχεις στεγανοποιηθεί | έχει στεγανοποιηθεί | έχουμε στεγανοποιηθεί | έχετε στεγανοποιηθεί | έχουν στεγανοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα στεγανοποιηθεί | είχες στεγανοποιηθεί | είχε στεγανοποιηθεί | είχαμε στεγανοποιηθεί | είχατε στεγανοποιηθεί | είχαν στεγανοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω στεγανοποιηθεί / να στεγανοποιηθώ / να στεγανοποιούμαι | να έχεις στεγανοποιηθεί / να στεγανοποιείσαι / να στεγανοποιηθείς | να έχει στεγανοποιηθεί / να στεγανοποιείται / να στεγανοποιηθεί | να έχουμε στεγανοποιηθεί / να στεγανοποιηθούμε / να στεγανοποιούμαστε | να έχετε στεγανοποιηθεί / να στεγανοποιείστε / να στεγανοποιηθείτε | να έχουν στεγανοποιηθεί / να στεγανοποιηθούν / να στεγανοποιηθούνε / να στεγανοποιούνται |
| Προστακτική | — | στεγανοποιήσου | — | — | στεγανοποιείστε / στεγανοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →