στεγανοποιώ
•
- προκαλώ υγρομόνωση, καθιστώ κάτι (χώρο, επιφάνεια, αντικείμενο) στεγανό, ώστε να μη μπορεί να το διαπεράσει νερό,χρησιμοποιώντας επί τούτου στεγανοποιητικά υλικά, ειδικά στο να κάνουν την επιφάνεια αδιαπέραστη από το νερό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στεγανοποιώ < → δείτε τις λέξεις στεγανός και ποιώ
Άλλοι τύποι
στεγανοποιημένοςστεγανοποιούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →