Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στεγανωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που παρέχει στεγανότητα Βικιλεξικό
  2. ο σχετικός στην κατασκευή στέγης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στεγανωτικός < στεγάνωμα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστεγανωτικόςστεγανωτικήστεγανωτικό
Γενικήστεγανωτικούστεγανωτικήςστεγανωτικού
Αιτιατικήστεγανωτικόστεγανωτικήστεγανωτικό
Κλητικήστεγανωτικέστεγανωτικήστεγανωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστεγανωτικοίστεγανωτικέςστεγανωτικά
Γενικήστεγανωτικώνστεγανωτικώνστεγανωτικών
Αιτιατικήστεγανωτικούςστεγανωτικέςστεγανωτικά
Κλητικήστεγανωτικοίστεγανωτικέςστεγανωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →