Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στεγασμένος

/ste.ɣaˈzme.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει στεγαστεί Βικιλεξικό
    • Ἐσωτερικά ὁ μακρόστενος χῶρος τοῦ νάρθηκα διαρθρώνεται μὲ ἀντικριστές παραστάδες σὲ μικρότερους χώρους στεγασμένους μὲ καμάρες καὶ τυφλοὺς τρούλλους (πίν. 2α), ποὺ διαδέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ ἄρρυθμη ποικιλία (Αγάπη Βασιλάκη-Καρακατσάνη, Οι τοιχογραφίες της Όμορφης Εκκλησίας στην Αθήνα, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρείας, 1971, σελ. 5)
  2. που είναι σκεπασμένος με στέγη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στεγασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στεγάζω

Άλλοι τύποι

στεγασμέναστεγασμένεστεγασμένεςστεγασμένηστεγασμένηςστεγασμένοστεγασμένοιστεγασμένοςστεγασμένουστεγασμένουςστεγασμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →