στεγασμένος
•
- που έχει στεγαστεί Βικιλεξικό
- Ἐσωτερικά ὁ μακρόστενος χῶρος τοῦ νάρθηκα διαρθρώνεται μὲ ἀντικριστές παραστάδες σὲ μικρότερους χώρους στεγασμένους μὲ καμάρες καὶ τυφλοὺς τρούλλους (πίν. 2α), ποὺ διαδέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ ἄρρυθμη ποικιλία (Αγάπη Βασιλάκη-Καρακατσάνη, Οι τοιχογραφίες της Όμορφης Εκκλησίας στην Αθήνα, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρείας, 1971, σελ. 5)
- που είναι σκεπασμένος με στέγη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στεγασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στεγάζω
Άλλοι τύποι
στεγασμέναστεγασμένεστεγασμένεςστεγασμένηστεγασμένηςστεγασμένοστεγασμένοιστεγασμένοςστεγασμένουστεγασμένουςστεγασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →