Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στεγνώνω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόκάνω κάτι να γίνει στεγνό, του αφαιρώ τα υγρά με τα οποία ήταν εμποτισμένο Βικιλεξικό
    • μετά το λούσιμο στεγνώνει τα μαλλιά της με το πιστολάκι
  2. αμετάβατοαποβάλλω τα υγρά με τα οποία ήμουν εμποτισμένος, γίνομαι στεγνός Βικιλεξικό
    • απλώνουμε τα πλυμένα ρούχα στον ήλιο για να στεγνώσουν
    • Η περιοχή γύρω από τον τόπο λατρείας είναι γεμάτη ακαθαρσίες καμήλας και χνάρια από σκηνές που ξεστήθηκαν. Δίπλα στο ιερό δέντρο, ο Μπρούνο ανακαλύπτει ένα πηγάδι που δεν έχει μαργέλι και μια υποτυπώδη ποτίστρα. Πλενόμαστε απʼ την κορφή ως τα νύχια και πλένουμε και τα ρούχα μας, τα οποία απλώνουμε να στεγνώσουν πάνω στις καυτές πέτρες.
  3. μεταφορικάχάνω τη ζωτικότητά μου Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάμένω χωρίς λεφτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στεγνώνω < στεγνός + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστεγνώνωστεγνώνειςστεγνώνειστεγνώνουμεστεγνώνετεστεγνώνουν / στεγνώνουνε
Παρατατικόςστέγνωναστέγνωνεςστέγνωνεστεγνώναμεστεγνώνατεστέγνωναν / στεγνώναν / στεγνώνανε
Αόριστοςστέγνωσαστέγνωσεςστέγνωσεστεγνώσαμεστεγνώσατεστέγνωσαν / στεγνώσαν / στεγνώσανε
Μέλλονταςθα στεγνώνω / θα στεγνώσωθα στεγνώνεις / θα στεγνώσειςθα στεγνώνει / θα στεγνώσειθα στεγνώνουμε / θα στεγνώσουμεθα στεγνώνετε / θα στεγνώσετεθα στεγνώνουν / θα στεγνώνουνε / θα στεγνώσουν / θα στεγνώσουνε
Παρακείμενοςέχω στεγνώσειέχεις στεγνώσειέχει στεγνώσειέχουμε στεγνώσειέχετε στεγνώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα στεγνώσειείχες στεγνώσειείχε στεγνώσειείχαμε στεγνώσει——
Υποτακτικήνα έχω στεγνώσει / να στεγνώνω / να στεγνώσωνα έχεις στεγνώσει / να στεγνώνεις / να στεγνώσειςνα έχει στεγνώσει / να στεγνώνει / να στεγνώσεινα έχουμε στεγνώσει / να στεγνώνουμε / να στεγνώσουμενα έχετε στεγνώσει / να στεγνώνετε / να στεγνώσετενα στεγνώνουν / να στεγνώνουνε / να στεγνώσουν / να στεγνώσουνε
Προστακτική—στέγνωνε / στέγνωσε——στεγνώνετε / στεγνώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →