στειλεός
•
- λόγιοστειλιάρι Βικιλεξικό
- νεολογισμός: μπατονέτα ή είδος μεγάλης μπατονέτας, που χρησιμοποιείται συνήθως για τη λήψη δείγματος, ώστε να εξεταστεί η ύπαρξη κάποιας ασθένειας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στειλεός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στειλεός / στελεός / στειλειός < στελεά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στειλεός | στειλεοί |
| Γενική | στειλεού | στειλεών |
| Αιτιατική | στειλεό | στειλεούς |
| Κλητική | στειλεέ | στειλεοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →