Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στειλιάρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κυλινδρικό κομμάτι ξύλου, που αποτελεί αποσπώμενο τμήμα σε διάφορα εργαλεία, όπως το φτυάρι ή την αξίνα Βικιλεξικό
    • Το «πιγκούνι» μετριόταν σε πόντους, δεξιά κι αριστερά από την τρύπα, που έμπαινε το στυλιάρι. Το συγκεκριμένο «πιγκούνι» ήταν 14 πόντοι αριστερά και 14 πόντοι δεξιά, δηλ. συνολικά το μήκος του έπιανε του 28 πόντους. Ταράχθηκε η Λένα, όταν πρωτοείδε το εργαλείο αυτό, και μόνο στη σκέψη ότι αυτό το βαρύ εργαλείο πρέπει να το μπάσει μέσα στη φυλακή (Κυριάκος Τσακίρης, Βούρλα: Η μεγάλη απόδραση, εκδόσεις Οδυσσέας, 1994, σελ. 129)
  2. μεταφορικάστουρνάρι, αμόρφωτος Βικιλεξικό
  3. βέργα δαρσίματος Βικιλεξικό
    • (κατ’ επέκταση) ξύλο, ξυλοδαρμός

Ετυμολογία

στειλιάρι < μεσαιωνική ελληνική στειλειάριον, υποκοριστικό του ελληνιστική κοινή στειλειός < αρχαία ελληνική στειλεός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστειλιάριστειλιάρια
Γενικήστειλιαριούστειλιαριών
Αιτιατικήστειλιάριστειλιάρια
Κλητικήστειλιάριστειλιάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →