στελεχώνομαι
•
- ορίζομαι, γίνομαι στέλεχος σε οργανωμένο ανθρώπινο σύνολο (εταιρεία, οργανισμό κ.λπ.) Βικιλεξικό
- επανδρώνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στελεχώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος στελεχώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →