Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Στενά

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο Ελλήσποντος / Δαρδανέλια ή ο Βόσπορος ή όλη η περιοχή από τον Ελλήσποντο ως τον Βόσπορο Βικιλεξικό
    • Στο τραπέζι των συζητήσεων αναμένεται να φέρει τις απαιτήσεις της και για τα Στενά, του στρατηγικού για τη ναυσιπλοΐα θαλάσσιου διαύλου από τα Δαρδανέλλια έως και τον Βόσπορο. (www.kathimerini.gr, 30.06.2023)

Ετυμολογία

Στενά < στενά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΣτενάΣτενά
Γενική—Στενών
Αιτιατική—Στενά
Κλητική—Στενά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

στενά

επίρρημα
•
  1. με στενό τρόπο, με στενότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στενά < στενός + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →