στενάζω
•
- αναστενάζω, βογκάω Βικιλεξικό
- υποφέρω, ταλαιπωρούμαι Βικιλεξικό
- Η Ουκρανία στα χρόνια της ενηλικίωσης του ποιητή στέναζε κάτω απ' το ζυγό της πιο σκληρής διακυβέρνησης του τσάρου Νικολάου Α'. (Έλλη Αλεξίου (1964) Ταράς Σεβτσένκο [δοκίμιο])
- βγάζω ήχο παρόμιο με του στεναγμού Βικιλεξικό
- και των γλυκών αγέρηδων η πνοή κοιμίζει το πέλαο που στενάζει (Αίας Σοφοκλή, απόδοση Κ. Βάρναλης)
Ετυμολογία
στενάζω < αρχαία ελληνική στενάζω < στένω στέν- + κατάληξη -άζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →