Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στενάζω

ρήμα
•
  1. αναστενάζω, βογκάω Βικιλεξικό
  2. υποφέρω, ταλαιπωρούμαι Βικιλεξικό
    • Η Ουκρανία στα χρόνια της ενηλικίωσης του ποιητή στέναζε κάτω απ' το ζυγό της πιο σκληρής διακυβέρνησης του τσάρου Νικολάου Α'. (Έλλη Αλεξίου (1964) Ταράς Σεβτσένκο [δοκίμιο])
  3. βγάζω ήχο παρόμιο με του στεναγμού Βικιλεξικό
    • και των γλυκών αγέρηδων η πνοή κοιμίζει το πέλαο που στενάζει (Αίας Σοφοκλή, απόδοση Κ. Βάρναλης)

Ετυμολογία

στενάζω < αρχαία ελληνική στενάζω < στένω στέν- + κατάληξη -άζω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →