Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στεναχώρια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η δυσάρεστη συναισθηματική κατάσταση, η δυσφορία, η απογοήτευση, η δυσαρέσκεια, η θλίψη, η λύπη, η οδύνη πίκρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στεναχώρια < στενοχώρια < (ελληνιστική κοινή) στενοχωρία (στενός χώρος - όταν δεν είμαστε άνετα σε στενό χώρο, έχουμε αίσθηση δυσφορίας, πιεζόμαστε, πρβλ. «δεν με χωράει ο τόπος...»)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστεναχώριαστεναχώριες
Γενικήστεναχώριας—
Αιτιατικήστεναχώριαστεναχώριες
Κλητικήστεναχώριαστεναχώριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →