στεναχώρια
•
- η δυσάρεστη συναισθηματική κατάσταση, η δυσφορία, η απογοήτευση, η δυσαρέσκεια, η θλίψη, η λύπη, η οδύνη πίκρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στεναχώρια < στενοχώρια < (ελληνιστική κοινή) στενοχωρία (στενός χώρος - όταν δεν είμαστε άνετα σε στενό χώρο, έχουμε αίσθηση δυσφορίας, πιεζόμαστε, πρβλ. «δεν με χωράει ο τόπος...»)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στεναχώρια | στεναχώριες |
| Γενική | στεναχώριας | — |
| Αιτιατική | στεναχώρια | στεναχώριες |
| Κλητική | στεναχώρια | στεναχώριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →