στενοκεφαλιά
•
- το να είναι κάποιος στενοκέφαλος, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του στενοκέφαλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στενοκεφαλιά < στενοκέφαλος + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στενοκεφαλιά | στενοκεφαλιές |
| Γενική | στενοκεφαλιάς | στενοκεφαλιών |
| Αιτιατική | στενοκεφαλιά | στενοκεφαλιές |
| Κλητική | στενοκεφαλιά | στενοκεφαλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →