στενοσόκακο
•
- οικείοστενό σοκάκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στενοσόκακο < στεν(ός) + -ο- + σοκάκ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στενοσόκακο | στενοσόκακα |
| Γενική | στενοσόκακου | στενοσόκακων |
| Αιτιατική | στενοσόκακο | στενοσόκακα |
| Κλητική | στενοσόκακο | στενοσόκακα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →