Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στενοχωρώ

/ste.no.xoˈɾo/ρήμα
•
  1. προκαλώ σε κάποιον στενοχώρια, θλίψη, λύπη κ.λπ. (ή και ενόχληση, δυσαρέσκεια κ.ά.) Βικιλεξικό
    • Η Μέλπω μίλαγε με αδύναμα τα σύμφωνα και με ανύπαρκτα τα οδοντικά του, δου, θου - πώς να προφέρεις άλλωστε τα οδοντικά χωρίς δόντια. Είχε χάσει μου έλεγε, πριν από χρόνια τη μασέλα της σε συνθήκες που δε θέλω να σας περιγράψω, γιατί θα σας στενοχωρήσω. (Στέλιος Μάινας, Τα φαινόμενα απατούν, εκδ. Καστανιώτη, 2010)

Ετυμολογία

στενοχωρώ < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή στενοχωρῶ ή αρχαία ελληνική (σημασία: έχω λίγο χώρο - περιορίζω) / στενοχωρέω < αρχαία ελληνική στενόχωρος < στενός + χῶρος

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστενοχωρώστενοχωρείςστενοχωρείστενοχωρούμεστενοχωρείτεστενοχωρούν / στενοχωρούνε
Παρατατικόςστενοχωρούσαστενοχωρούσεςστενοχωρούσεστενοχωρούσαμεστενοχωρούσατεστενοχωρούσαν / στενοχωρούσανε
Αόριστοςστενοχώρησαστενοχώρησεςστενοχώρησεστενοχωρήσαμεστενοχωρήσατεστενοχωρήσαν / στενοχωρήσανε / στενοχώρησαν
Μέλλονταςθα στενοχωρήσω / θα στενοχωρώθα στενοχωρήσεις / θα στενοχωρείςθα στενοχωρήσει / θα στενοχωρείθα στενοχωρήσουμε / θα στενοχωρούμεθα στενοχωρήσετε / θα στενοχωρείτεθα στενοχωρήσουν / θα στενοχωρήσουνε / θα στενοχωρούν / θα στενοχωρούνε
Παρακείμενοςέχω στενοχωρήσειέχεις στενοχωρήσειέχει στενοχωρήσειέχουμε στενοχωρήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα στενοχωρήσειείχες στενοχωρήσειείχε στενοχωρήσει———
Υποτακτικήνα έχω στενοχωρήσει / να στενοχωρήσω / να στενοχωρώνα έχεις στενοχωρήσει / να στενοχωρήσεις / να στενοχωρείςνα έχει στενοχωρήσει / να στενοχωρήσει / να στενοχωρείνα έχουμε στενοχωρήσει / να στενοχωρήσουμε / να στενοχωρούμενα στενοχωρήσετε / να στενοχωρείτενα στενοχωρήσουν / να στενοχωρήσουνε / να στενοχωρούν / να στενοχωρούνε
Προστακτική—στενοχώρησε——στενοχωρήστε / στενοχωρείτε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστενοχωριέμαι / στενοχωρούμαι—————
Αόριστοςστενοχωρήθηκα—————
Μέλλονταςθα στενοχωριέμαι / θα στενοχωρούμαι—————
Υποτακτικήνα στενοχωριέμαι / να στενοχωρούμαι—————

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →