Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στεντ

ουσιαστικό
•
  1. καρδιολογίαμεταλλικός ή πλαστικός σωλήνας που εισάγεται σε αρτηρία, φλέβα, ουρητήρα, χοληδόχο πόρο ή άλλη δομή με σκοπό να κρατήσει τη δομή ανοιχτή Βικιλεξικό
    • «έγινε πρωτογενής αγγειοπλαστική τοποθετήθηκε στεντ, το γνωστό μας μπαλονάκι δηλαδή...» (Δημήτρης Στεφανάκης, Ευτυχισμένες οικογένειες, εκδ. Μεταίχμιο https://www.google.gr/books/edition/%CE%95%CF%85%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CF%82_%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CE%BD/s6oqDwAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BD%CF%84%22&pg=PT120&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

στεντ < (λόγιο δάνειο) αγγλική stent < από το όνομα του οδοντιάτρου Charles Stent

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →