στεπογέρακο
•
- πτηνόείδος γερακιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στεπογέρακο < στέπ(α) + -ο- + γεράκ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στεπογέρακο | στεπογέρακα |
| Γενική | στεπογέρακου | στεπογέρακων |
| Αιτιατική | στεπογέρακο | στεπογέρακα |
| Κλητική | στεπογέρακο | στεπογέρακα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →