στερέωμα
•
- το στήριγμα, η στήριξη Βικιλεξικό
- ο ουράνιος θόλος Βικιλεξικό
- μεταφορικάομάδα γνωστών ατόμων σε κάποια δραστηριότητα Βικιλεξικό
- είναι γνωστός στο καλλιτεχνικό στερέωμα
Ετυμολογία
στερέωμα < στερεώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στερέωμα | στερεώματα |
| Γενική | στερεώματος | στερεωμάτων |
| Αιτιατική | στερέωμα | στερεώματα |
| Κλητική | στερέωμα | στερεώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →