Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στερέωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια του στερεώνω Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία εμβάπτισης φιλμ, σλάιντς ή φωτογραφικού χαρτιού, μετά την εμφάνιση, σε ειδικό υλικό το οποίο απομακρύνει ορισμένα στοιχεία από το εμφανισμένο υλικό (θετικό ή αρνητικό) ώστε να μην αποχρωματιστεί με την πάροδο του χρόνου Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασητο υλικό που χρησιμοποιείται για τη διαδικασία της στερέωσης (2) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στερέωση < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστερέωσηστερεώσεις
Γενικήστερέωσηςστερεώσεων
Αιτιατικήστερέωσηστερεώσεις
Κλητικήστερέωσηστερεώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →