στερέωση
•
- η ενέργεια του στερεώνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία εμβάπτισης φιλμ, σλάιντς ή φωτογραφικού χαρτιού, μετά την εμφάνιση, σε ειδικό υλικό το οποίο απομακρύνει ορισμένα στοιχεία από το εμφανισμένο υλικό (θετικό ή αρνητικό) ώστε να μην αποχρωματιστεί με την πάροδο του χρόνου Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο υλικό που χρησιμοποιείται για τη διαδικασία της στερέωσης (2) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στερέωση < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στερέωση | στερεώσεις |
| Γενική | στερέωσης | στερεώσεων |
| Αιτιατική | στερέωση | στερεώσεις |
| Κλητική | στερέωση | στερεώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →